Home Makedoniki Tragodia Claiming Macedonia The Name Issue

Claiming Makedonia

QUO VADIS ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ; (Ευαγγέλου Κωφού)

Πρόσφατες εξελίξεις και προοπτικές επίλυσης της διαφοράς για το όνομα

            Aπό το Σεπτέμβριο του 2005, η ραγδαία διεθνής κινητικότητα στο θέμα του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έναρξη της διαδικασίας για τη χορήγηση στη χώρα αυτή καθεστώτος υποψηφίου μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ).  Η δραστηριοποίηση, όμως, του διεθνούς παράγοντα είχε αρχίσει ένα χρόνο νωρίτερα με την αιφνίδια de jure αναγνώριση από τις ΗΠΑ της ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», μια αναγνώριση η οποία σοβαρά υπέσκαπτε πλέον τις ελληνικές προσπάθειες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Στο μεσολαβήσαν διάστημα η ελληνική διπλωματία κινήθηκε δραστήρια για να επανεργοποιήσει το διαμεσολαβητικό μηχανισμό του ΟΗΕ, ενώ παράλληλα άφηνε υπαινιγμούς για πρόθεση παρεμπόδισης της ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, με επιχείρημα την πιθανή άρνηση κύρωσης οποιασδήποτε σχετικής απόφασης από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ή ακόμα και μέσω δημοψηφίσματος.  Είναι προφανές ότι το τελευταίο ενδεχόμενο προβλημάτισε  σοβαρά το διεθνή παράγοντα (ΗΠΑ και βρετανική Προεδρία της ΕΕ).

             Αρχές Σεπτεμβρίου, ο Διαμεσολαβητής του ΟΗΕ Matthew Nimetz, o οποίος τον προηγούμενο Μάρτιο είχε συντάξει μια σχετικά ισορροπημένη πρόταση επίλυσης της διαφοράς,1 στην οποία όμως είχε αντιδράσει αρνητικά η ΠΓΔΜ, έσπευσε να καταθέσει νέο σχέδιο, πλήρως ανατρεπτικό του πρώτου.  Η άμεση αποδοχή του από τα Σκόπια και η έντονη απόρριψή του από την Αθήνα, επέτρεψαν στο διεθνή παράγοντα να απενοχοποιήσει την ΠΓΔΜ από τη μομφή κωλυσιεργίας.  Φαίνεται, όμως, ότι οι εξωτερικές παρεμβάσεις λειτούργησαν και προς την ελληνική πλευρά,  η οποία, δια στόματος πρωθυπουργού και υπουργού εξωτερικών εγκατέλειπε πλέον τις νύξεις περί βέτο και διαβεβαίωνε ότι δεν θα εναντιωνόταν στην ένταξη της ΠΓΔΜ στην ΕΕ με το όνομα FYROM: δηλαδή, ένα «προσωρινό»--από το 1993-- όνομα που είχε καταντήσει απολίθωμα.  Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η Αξιωματική Αντιπολίτευση με παρέμβαση του αρχηγού της στη Βουλή (31.10.2005).  Ο ελιγμός αυτός, κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, δεν μπορούσε να αποκρύψει το γεγονός της εγκατάλειψης του μοναδικού διαπραγματευτικού χαρτιού που είχε απομείνει ως τότε στην ελληνική διπλωματία.

            Από την πλευρά της, η Commission (Επιτροπή της ΕΕ), έχοντας αποφύγει εγκαίρως το σκόπελο ελληνικής αρνησικυρίας, εισηγήθηκε στο Συμβούλιο (9.11.2005), τη χορήγηση καθεστώτος υποψήφιας χώρας στην ΠΓΔΜ. Παράλληλα, ως είδος αντιπαροχής προς την ελληνική πλευρά, έκανε ρητή μνεία της διαφοράς της ΠΓΔΜ με την Ελλάδα για το όνομα και διατύπωνε τη σαφή προτροπή «να ενταθούν οι προσπάθειες, με εποικοδομητική προσέγγιση, προς το σκοπό  ταχείας εξεύρεσης συμφωνημένης και αμοιβαίως αποδεκτής λύσης...προς το συμφέρον σχέσεων περιφερειακής συνεργασίας και καλών γειτονικών σχέσεων».2

            Αναμφίβολα επρόκειτο για σημαντική παραχώρηση προς την ελληνική πλευρά καθώς, στην ουσία, πρόσθετε στα κριτήρια της Κοπεγχάγη και τη ρήτρα της «ταχείας» επίλυσης του προβλήματος του ονόματος.  Ωστόσο, η τελική απόφαση του Συμβουλίου (16.12.2005), δεν επανέλαβε τη διατύπωση αυτή και περιορίστηκε σε μια ουδέτερη και ασαφή αναφορά στα γενικά συμπεράσματα της 143σέλιδης έκθεσης της Επιτροπής.

                                                          *   *   *

            Οι εξελίξεις αυτές επιβάλλουν μία εκ βαθέων  αναπροσέγγιση του προβλήματος για το όνομα. Ηδη, η διαφορά αυτή έχει συμπληρώσει 14 χρόνια.  Στο διάστημα αυτό η ελληνική πολιτική εκδηλώθηκε σε δύο φάσεις.  Η πρώτη, από το Δεκέμβριο 1991 μέχρι την υπογραφή της Ενδιάμεσης  Συμφωνίας το Σεπτέμβριο 1995, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «συγκρουσιακή» και «μαξιμαλιστική». Η δεύτερη, μέχρι το 2004, στόχευσε στη δημιουργία κλίματος προσέγγισης με ολόπλευρη ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα διευκόλυνε και την επίλυση του προβλήματος του ονόματος. Παρά τις συνεχείς υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς η άλλη παρέμεινε αμετακίνητη.3 Το συμπέρασμα είναι ότι και οι δύο προσεγγίσεις υπήρξαν αναποτελεσματικές στο συγκεκριμένο θέμα

            Το πρόβλημα του ονόματος, εκ των πραγμάτων, υπήρξε εξαρχής διφυές:  συναισθηματικά υπαρξιακό κατά την εσωτερική του διάσταση, και πολιτικό κατά τη διεθνή του. Και ως τέτοιο κατέστη δισεπίλυτο για την ελληνική διπλωματία 

  Ως εσωτερικό ελληνικό, εκφράσθηκε με την εκδήλωση αμυντικών αντανακλαστικών του ελληνικού λαού, ιδιαίτερα των Μακεδόνων μας, σε φορτισμένα θέματα ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού και ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.  Η αντίδραση αυτή εξηγείται από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι  σε περίπτωση διεθνούς de jure  αναγνώρισης και προβολής του κρατικού ονόματος «Μακεδονία» από την ΠΓΔΜ, επέρχεται πλήρης οικειοποίηση και μονοπωλιακή χρήση παντός «μακεδονικού» από τη γείτονα. Ολα τα μακεδονικά παράγωγα που αναφέρονται στον [ελληνικό]  μακεδονικό χώρο, στους ανθρώπους που τον κατοικούν--δηλ. τους  [Ελληνες] Μακεδόνες-- στην [ελληνική] μακεδονική ιστορία και τον πολιτισμό και, τέλος, στην [ελληνική] μακεδονική επιχειρηματική και εμπορική δραστηριότητα και τα προϊόντα, προσφέρονται προς «άλωση» από τον ιδιοκτήτη του κρατικού ονόματος «Μακεδονία».  Πρόκειται για μια ιδιάζουσα, αρχικά γλωσσική, στη συνέχεια πολιτιστική παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου χώρος, άνθρωποι, πολιτισμικές αξίες και ταυτότητα μπαίνουν σε μια γκρίζα ζώνη αμφισβήτησης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ήταν, και είναι, πολύ φυσικό ότι  η ελληνική εσωτερική  διάσταση του προβλήματος--με την π.χ. επί μακρό χρόνο προβολή μαξιμαλιστικών θέσεων-- περιόριζε τη δυνατότητα ελιγμών της Αθήνας.

 Ως διεθνές, το πρόβλημα εμφανίσθηκε  να αποσταθεροποιεί την ασφάλεια και το κλίμα της καλής γειτονίας στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Βαλκανικής, εμπλέκοντας όχι μόνο τους τοπικούς πρωταγωνιστές αλλά και το διεθνή παράγοντα  (ΟΗΕ, ΕΕ, ΗΠΑ). Η εσωτερική και διεθνής ανασφάλεια της ΠΓΔΜ, εξαιτίας κυρίως του αλβανικού ζητήματος της, της επέτρεπαν να αξιοποιεί τις αδυναμίες της στο διεθνές επίπεδο, προβάλλοντάς τες  όπως οι ισχυροί τη δύναμή τους. Κατά συνέπεια, οι διεθνείς παράμετροι του προβλήματος αλλά και ποικίλες εξωτερικές πιέσεις, δυσχέραιναν την αποδοχή των ελληνικών αιτημάτων.

                                              *  *  *

 Με βάση την εμπειρία του παρελθόντος αλλά και τις πρόσφατες εξελίξεις η ελληνική πολιτική ηγεσία οφείλει να επαναπροσδιορίσει το στρατηγικό ζητούμενο στο πρόβλημα της ονομασίας.  Οι επιλογές είναι περιορισμένες:  (α) Εγκατάλειψη του προβλήματος, με αναγνώριση και από την Ελλάδα του «συνταγματικού» ονόματος της γείτονος.  (β) Παράκαμψη-διαιώνιση  άνευ λύσεως του προβλήματος, με τη συνυπογραφή από την Ελλάδα της ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ ως FYROM (γ) Επίλυση, στα πλαίσια της ενταξιακής διαδικασίας στην ΕΕ.

 Η πρώτη περίπτωση  (εγκατάλειψη) οδηγεί στην πλήρη μονοπώληση από τη γειτονική χώρα του ονόματος «Μακεδονία» και παραγώγων του. Το πολιτικό κόστος για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση θα είναι εξαιρετικά σοβαρό.  Ακόμα μεγαλύτερη όμως μπορεί να αποδειχθεί η κοινωνική αναστάτωση, ιδιαίτερα μεταξύ των Μακεδόνων μας, με αναβίωση γνωστών επικρίσεων για μειωμένη ευαισθησία του λεγόμενου «αθηναϊκοκεντρικού» κράτους σε ζωτικά ζητήματά τους.

Η δεύτερη περίπτωση (παράκαμψη διαιώνιση) υπήρξε στην ουσία η επιλογή—ηθελημένη ή επιβεβλημένη-- όλων των ελληνικών κυβερνήσεων από το 1993. Σήμερα η επιλογή αυτή στοχεύει  στην αποδοχή του απολιθώματος “FYROM” για την εισδοχή της γείτονος στην ΕΕ.  Αλλά και τα χρονικά  περιθώρια της «λύσης» αυτής έχουν ημερομηνία λήξης . Γιατί ασφαλώς κανείς δεν αναμένει ότι ως ισότιμο πλέον μέλος η χώρα αυτή θα διατηρεί στο διηνεκές ένα  προσωρινό όνομα.

Η τρίτη περίπτωση (άμεση επίλυση), η μόνη οδός που απέμεινε στην Ελλάδα, είναι η αξιοποίηση της ενταξιακής διαδικασίας της ΠΓΔΜ στην ΕΕ. Αρκεί η ελληνική κυβέρνηση συνειδητά να επιλέξει ως στρατηγική επιδίωξη της την επίλυση και όχι τη διαιώνιση του προβλήματος, και ότι στην επιλογή αυτή θα είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει όσα διαπραγματευτικά χαρτιά της έχουν πλέον απομείνει.

              Η έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ στα αμέσως επόμενα χρόνια παρέχουν  τη μοναδική, αν όχι την  τελευταία ευκαιρία στα εμπλεκόμενα μέρη να λύσουν το γόρδιο δεσμό των διαφορών τους.  Και τούτο γιατί οι δύο αυτοί οργανισμοί, σε αντίθεση με άλλους διεθνείς, προαπαιτούν από τα μέλη τους—τους εταίρους—υψηλό βαθμό σύμπνοιας, δυνατότητα συνεργασίας σε πνεύμα συνδιαλλαγής και συμβιβασμών, με λυμένα προβλήματα,  ιδιαίτερα εκείνα που προκαλούν συναισθηματικές φορτίσεις.

                         Για την ΠΓΔΜ, η πρόταση της Commission για «ταχεία» επίλυση του προβλήματος παρέχει τη μοναδική ευκαιρία να λύσει τελεσίδικα το πρόβλημα του ονόματος, όχι μόνο για διευκόλυνση της ενταξιακής  διαδικασίας αλλά και για τη κύρωση της συμφωνίας ένταξης από τα κοινοβούλια των κρατών-μελών.  Της παρέχει ακόμη ικανό χρόνο για να απαγκιστρώσει την κοινή γνώμη της από μια στείρα εθνικιστική ακαμψία, όπου το πρόβλημα του ονόματος,  όπως άλλωστε και στην Ελλάδα, έχει αποκτήσει μυθικές,  υπαρξιακές διαστάσεις.  Λογικά, η αναμενόμενη εταιρική σχέση με τα κράτη μέλη της ΕΕ, και πρωτίστως με την Ελλάδα, θα πρέπει να επιδράσει θετικά στα νουνεχή στοιχεία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της γείτονος. Η σημερινή αίσθηση του παρία με το «προσωρινό διεθνές όνομα», και ενός λαού ζωσμένου από «εχθρούς», που άλλοι του αμφισβητούν το έδαφός του, άλλοι τη γλώσσα του, άλλοι το όνομα και την ιστορία του—όπως την έχει οικοδομήσει εδώ και 50 χρόνια­—αλλά και αυτή ακόμα την αυτοκέφαλη «Μακεδονική» Ορθόδοξη Εκκλησία του, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρο. Η εξάλειψη, όμως, των αρνητικών αυτών καταστάσεων προϋποθέτει και την εκ μέρους της ΠΓΔΜ υποστολή ακραίων εθνικιστικών απαιτήσεων και τον κοινωνικό αυτοέλεγχο συναισθηματικών φορτίσεων.  Αναμφίβολα, εάν πάνω σ’αυτή τη βάση εξετασθούν τα προβλήματα με την Ελλάδα, και με την εκτίμηση ότι το πρόβλημα για το κρατικό όνομα έχει φθάσει για την ΠΓΔΜ σε σημείο ταύτισης με τις ουσιώδεις προαπαιτήσεις της, όχι μόνο ο ευρωπαϊκός δρόμος θα είναι ανοιχτός για τη χώρα αυτή, αλλά  και η περιφερειακή ασφάλεια και καλή γειτονία στην εύφλεκτη περιοχή θα είναι γεγονός και όχι ευχολόγιο.

             Για την Ελλάδα, και ιδιαίτερα για την υπεύθυνη ελληνική κυβέρνηση, η σημερινή συγκυρία παρέχει τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης πάνω σε βάση λύσης.  Για το σκοπό αυτό, όμως, πρέπει να καταστήσει σαφή την πρόθεσή της να εργαστεί εποικοδομητικά για την επίλυση του προβλήματος.

        Είναι λογικό η ελληνική διπλωματία να αναπτυχθεί σε πολυεπίπεδη βάση:

(α) Διαμεσολάβηση ΟΗΕ με ενεργοποίηση ορισμένων βασικών σημείων της αρχικής (Μάρτιος 2005) πρότασης Νimetz.  (β) Εσωτερικές διαβουλεύσεις εντός της ΕΕ, για πληθώρα οικονομικών, κοινωνικών, νομικών κλπ θεμάτων  που σχετίζονται άμεσα μεν με την ένταξη της γείτονος στην ΕΕ, αλλά και ιδιαίτερα ενδιαφέρουν το μοναδικό μέλος της ΕΕ που συνορεύει με το υποψήφιο μέλος με το οποίο έχει εκκρεμότητες μιας 50ετίας . (γ)  Ουσιαστικός διάλογος σε διμερές επίπεδο--ενδεχομένως κατά το πρότυπο των  ελληνοτουρκικών συνομιλιών--αλλά στη βάση ορισμένων αρχών με προκαθορισμένο χρονικό  όριο λήξης την έναρξη διαπραγματεύσεων της ΠΓΔΜ με την ΕΕ για ένταξη.  Είναι προφανές ότι το χρονικό αυτό όριο δεν μπορεί παρά να αποτελεί όρο sine qua non για την παραπέρα ενταξιακή πορεία. Η κατακλείδα των διαπραγματεύσεων θα είναι ένα κείμενο που θα αντικαταστήσει τη διμερή Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 με μια τελική, η οποία θα τεθεί υπό την εγγύηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της ΕΕ.

            Στο θέμα της ονοματοθεσίας οι βασικές ελληνικές ενστάσεις για την ονομασία της γειτονικής επικράτειας εστιάζονται στο γεγονός ότι το σημερινό σκέτο «Μακεδονία»  υπονοεί ή θέτει σειρά εδαφικών, ιστορικών, πολιτισμικών διεκδικήσεων και αμφισβητήσεων σε βάρος της ελληνικής επικράτειας και του ελληνισμού γενικότερα 

Παρόλα αυτά, οι δύο πλευρές είναι σήμερα πολύ κοντύτερα από οποιαδήποτε άλλη φορά για μια συμβιβαστική λύση. Αρκεί να δείξουν κατανόηση για σημεία που δεν θίγουν την αξιοπρέπεια και την ευαισθησία της άλλης πλευράς (όπως η παλαιότερη μαξιμαλιστική ελληνική πρόταση να μην υπάρχει στην κρατική ονομασία της γείτονος αναφορά στο μακεδονικό όνομα, ή η επαναλαμβανόμενη και σήμερα από την άλλη πλευρά, αυτόχρημα μειωτική πρόταση ενός δεύτερου ονόματος για αποκλειστική χρήση από την Ελλάδα στις διμερείς σχέσεις). Στην πρότασή του του Μαρτίου 2005 ο Nimetz είχε προτείνει ως διεθνή ονομασία την “Republika Makedonija-Skopje”. Η ελληνική πλευρά φάνηκε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συγκατανεύει, αν και η άλλη παρέμεινε αμετακίνητη. Είναι όμως προφανές ότι επέστη ο καιρός για ορισμένα εκατέρωθεν μαξιμαλιστικά ταμπού να μπουν στα ντοσιέ της ιστορίας του προβλήματος.

         Τελικά, η ενταξιακή διαδικασία της ΠΓΔΜ είναι και η τελευταία ευκαιρία για την εξεύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής και έντιμης λύσης στο πρόβλημα του ονόματος. Η ελληνική πλευρά οφείλει να κινηθεί, χωρίς φανατισμούς και υπερβολές, με γνώμονα τη λύση, αντιτιθέμενη, όμως, αν χρειαστεί, στην έναρξη διαπραγματεύσεων ένταξης πριν την επίλυση της διαφοράς για το όνομα. Αν όμως, η ελληνική Κυβέρνηση κρίνει ότι η πίεση της εξωτερικής υφής  του προβλήματος υπερακοντίζει τις συνιστώσες του εσωτερικού μακεδονικού ζητήματος, και αποφασίσει να μεταθέσει το θέμα σε βάθος χρόνου με μια νεφελώδη διατύπωση περί FYROM κλπ., θα έχει αναλάβει μια σοβαρή ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό.  Και το σοβαρότερο, θα έχει διογκώσει το εσωτερικό μακεδονικό πρόβλημα.  Η Μακεδονία και οι Μακεδόνες μας θα μπουν σε μια οιονεί κατηγορία «γκρίζας ζώνης». Το διακύβευμα δεν θα είναι το νομικό καθεστώς κάποιων «βραχονησίδων» του Αιγαίου, αλλά η αμφισβήτηση αυτής της ίδιας της εθνικής κυριαρχίας στον ελληνικό μακεδονικό  χώρο, καθώς και της ταυτότητας και πολιτισμικής κληρονομιάς των κατοίκων του.

 20 Ιανουαρίου 2006

* Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Πολιτική, Αθήνα, Παπαζήσης, Φεβρουάριος 2006, σελ. 34-36.

1 Ελληνική μετάφραση της πρώτης πρότασης Nimetz, Ελευθεροτυπία, 13.4.2005.

2 EU Commission, Analytical Report for the Opinion on the application from the former Yugoslav Republic of Macedonia for EU membership, COM (2005) 562 final , p.33

3 Το κείμενο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας στο Γ. Βαληνάκης – Σ. Ντάλης (επιμ.) Το Ζήτημα των Σκοπίων, β’ έκδοση, Παπαζήσης 1996, 361-370.  Για την εφαρμογή της Ενδιάμεσης, βλ. Ευ. Κωφός – Βλ. Βλασίδης (επιμ.) Αθήνα-Σκόπια. Η Επτάχρονη Συμβίωση, 1995-2002, Παπαζήσης, 2003, σελ. 422.