ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ή  ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ;

 ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ή  ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ;Του Παναγιώτη Γ.Τζήμα

   Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αθηνών  Πολιτικά Θέματα  της 19 Σεπτ. 2003.

 Θα είναι πολύ χρήσιμα οπωσδήποτε τα πρακτικά του  Συνεδρίου στο Πολυδένδρι Ιωαννίνων (4-6 Ιουλίου/03) με θέμα το Παιδομάζωμα της εποχής του εμφυλίου πολέμου 1946-49 , όπου τα λεχθέντα υποτίθεται ότι ήταν αντικειμενικά και απηλλαγμένα κάθε  προκατάληψης.

Επειδή όμως τυχαίνει να έχω προσωπική εμπειρία αυτού του τραγικού θέματος, θα ήθελα να καταθέσω την προσωπική μου μαρτυρία.

Το απόγευμα μιας Κυριακής στις αρχές Μαρτίου του 1948 κατέφτασαν στην Καστοριά μερικές εκατοντάδες παιδιών σχολικής ηλικίας (περίπου 6-12 ή 13 ετών) με στρατιωτικά αυτοκίνητα. Προέρχονταν από τα γύρω χωριά της Καστοριάς που δεν ήταν ανταρτοκρατούμενα αλλά δεν είχαν στρατιωτική φρουρά που θα εμπόδιζε τις συχνές νυχτερινές επιδρομές των ανταρτών του λεγόμενου Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, οι οποίες  αποσκοπούσαν κυρίως στην στρατολόγηση νέων (πάνω των 16 ετών και των δύο φύλλων ) και στην επίταξη τροφίμων, π.χ. σιτηρών, ζώων για κρέας κ.α.

Η όλη επιχείρηση  οργανώθηκε από την υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας με την συμμετοχή και μερικών άλλων δημοσίων υπαλλήλων. Έτσι το πρωί αυτής της Κυριακής χρησιμοποιώντας αυτοκίνητα του στρατού πήγαν στα διάφορα προαναφερόμενα χωριά και ανακοίνωσαν στους κατοίκους, ότι όσοι είχαν παιδιά σχολικής ηλικίας και ήθελαν να τα προφυλάξουν από πιθανό παιδομάζωμα των ανταρτών, μπορούσαν να τα εμπιστευτούν στις κρατικές αρχές. Τα παιδιά θα μεταφέρονταν σε παιδουπόλεις στη Θεσσαλονίκη, μακριά από τους κινδύνους του ανταρτοπολέμου και θα επέστρεφαν στα χωριά τους μετά το τέλος του πολέμου.

 Όταν τα παιδιά έφτασαν στην Καστοριά, διανεμήθηκαν στα τρία δημοτικά σχολεία της πόλης, όπου τα περίμεναν ομάδες εθελοντών αποτελούμενες από μαθητιάς των μεγαλυτέρων τάξεων του Γυμνασίου (αντιστοίχων σημερινού Λυκείου) και προσκόπων της ίδιας ηλικίας. Ο γράφων ήταν μέλος μιας από αυτές τις ομάδες , που ανέλαβαν την φροντίδα των παιδιών στο Α Δημοτικό Σχολείο Καστοριάς.

 Το πρώτο μέλημα των εθελοντών ήταν η καταγραφή των παιδιών σε καταλόγους και σε προσωπικές  καρτέλες που καρφιτσώνονταν στο εξωτερικό ένδυμά τους ή κρεμιόταν με σπάγκο στο λαιμό τους.  Ακολουθούσε η ψειρόσκονη που σκορπίζονταν στα ρούχα τους και αμέσως μετά πήγαιναν να παραλάβουν το βραδυνό φαγητό τους, που αποτελούνταν από μπόλικο φρέσκο ψωμί και χαλβά. ΟΙ περισσότεροι από τους εθελοντές μείναμε ως αργά το βράδυ φροντίζοντας τα παιδιά ώσπου να κοιμηθούν, στρωματσάδα στο πάτωμα των αιθουσών διδασκαλίας του σχολείου, αφού παραμερίσαμε τα θρανία στη μια πλευρά της κάθε αίθουσας. Ένας αριθμός εθελοντών (από τους μεγαλύτερους) παρέμεινε μαζί με τα παιδιά όλη τη νύχτα, για να μη τα αφήσουν τελείως μόνα τους και για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε περίπτωση που θα παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη.   

 Είχα την ευκαιρία να κουβεντιάσω με αρκετά από τα παιδιά, μερικά από τα οποία ήταν από το χωριό καταγωγής μου (στην ανατολική παραλία της λίμνης της Καστοριάς)  και γνώριζα τους γονείς τους ή και τα ίδια τα παιδιά. Πολλά μου είπαν πώς αισθάνονταν για το ότι έφευγαν μακρυά από τα σπίτια τους και  τους γονείς  τους και αυτό που εξέφραζαν κατά κανόνα δεν ήταν αισθήματα χαράς αλλά στο πρόσωπό τους φαίνονταν καθαρά μια ανακούφιση. Μερικά από τα μεγαλύτερα μάλιστα  μου είπαν ότι ήταν ευχαριστημένα επειδή τους έφυγε ο φόβος που είχαν τα βράδια  κάθε φορά που έτρεχαν να κρυφτούν στο άκουσμα πως ήρθαν αντάρτες στο χωριό. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός δεκαπεντάχρονου, ο οποίος μου είπε ότι ήταν μόνον ένα χρόνο μικρότερος από την ηλικία επιστράτευσης των ανταρτών και χαιρόταν ιδιαίτερα που έφευγε από το χωριό, επειδή κινδύνευε να μη μπορέσει να αποδείξει την πραγματική του ηλικία σε περίπτωση που θα τον έπιαναν οι αντάρτες, κάτι που συνέβη με ένα συνομήλικο   γειτονόπουλό του και δεν γλύτωσε  από την επιστράτευση.

 Εδώ βέβαια πρέπει να σημειωθεί και μία από τις εξαιρέσεις. Ένα από τα παιδιά περίπου 12-14 χρονών, που συνοδευόταν από την μητέρα του, μετάνιωσε και ήθελε να πάει πίσω στο χωριό του. Τον ρώτησα τι ήταν αυτό ακριβώς που τον έκανε να αλλάξει γνώμη και μου είπε πως έπρεπε να φροντίσει την μητέρα του. Όταν  τον ρώτησα ποιός θα φροντίζει την μητέρα του, αν τον πάρουν οι αντάρτες, δεν ήξερε τι να απαντήσει, αλλά επέμεναν γιός και μητέρα να γυρίσουν στο χωριό τους και μάλιστα ήταν έτοιμοι να   φύγουν, αν ήταν δυνατό, εκείνη τη στιγμή.  Η απάντησή μου ήταν ότι κανείς δεν τους εμποδίζει να φύγουν, αλλά εκείνη την ώρα, περίπου 10μμ, έξω έκανε κρύο. Μπορούσαν να κοιμηθούν μέσα στο σχολείο και την άλλη μέρα το πρωί να φύγουν. Έτσι και έγινε.                       

 Τις επόμενες 2-3 μέρες τα παιδιά μεταφέρθηκαν, με στρατιωτικά και πάλι αυτοκίνητα (τα γνωστά τριαξονικά φορτηγά  GMC) και με συνοδεία φάλαγγας στη Θεσσαλονίκη, όπως γίνονταν τα ταξείδια τότε. Εκεί εγκαταστάθηκαν σε παιδουπόλεις που είχαν διοργανωθεί ειδικά γιαυτόν το σκοπό και παρείχαν όλα τα απαραίτητα για την διαβίωση των παιδιών, δηλ. στέγη, τροφή, ρουχισμό κτλ. Επίσης φοιτούσαν κανονικά σε σχολεία, που είχαν στερηθεί επί δύο τουλάχιστον χρόνια στα περισσότερα χωριά, λόγω της ανώμαλης κατάστασης.

 Τα παιδιά έμειναν σ αυτές τις παιδουπόλεις ως το τέλος της σχολικής χρονιάς 1949-1950, δηλ. ως το καλοκαίρι του 1950, οπότε επέστρεψαν στα χωριά τους. Είχα την ευκαιρία να ξανακουβεντιάσω με μερικά από τα ίδια παιδιά, τα οποία ήταν ενθουσιασμένα από την ζωή τους στις παιδουπόλεις. Επίσης  και οι  γονείς τους  ήταν υπερευχαριστημένοι τόσο για την περίθαλψη που βρήκαν τα παιδιά τους κατά τα δυόμιση περίπου προηγούμενα  δύσκολα χρόνια όσο και για την μόρφωση και τους καλούς τρόπους που απέκτησαν στα σχολεία που φοίτησαν.   

Σήμερα 54 χρόνια μετά την λήξη του τραγικού εκείνου εμφύλιου σπαραγμού, τα τότε παιδιά των χωριών της Καστοριάς στα οποία γίνεται αναφορά, εξηντάρηδες πλέον, μπορεί να τους συναντήσει κανείς στα χωριά τους, στην Καστοριά, σε άλλες πόλεις της Ελλάδος ή και σε οποιαδήποτε παροικία Ελλήνων του εξωτερικού (ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία κ.α.). Όλοι είναι μάρτυρες αυτού του προγράμματος, που εφήρμοσε τότε η Κυβέρνηση της χώρας για την   περίθαλψη και προστασία τους. Όσο για τους αναγνώστες αυτής της σύντομης αναφοράς στα τότε γεγονότα, επαφίεται στην κρίση τους να αποφανθούν αν αυτό το πρόγραμμα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παιδομάζωμα ή παιδοφύλαγμα.

 Παναγιώτης Γ. Τζήμας

Ptzimas@istar.ca